Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Η μεταμόρφωση του αλχημιστή...


...Το Μάρτη του 1953 συνάντησα για πρώτη φορά στη ζωή μου έναν αλχημιστή. Αυτό έγινε στο καφέ Προκόπ που ήταν πολύ της μόδας εκείνη την εποχή. Μου κανόνισε αυτό το ραντεβού ένας μεγάλος ποιητής, την εποχή που έγραφα το βιβλίο μου για τον Γκουρτζίεφ. Έμελλε να συναντήσω πολλές φορές ακόμα αυτόν τον παράξενο άνθρωπο χωρίς να τα καταφέρω όλες τις φορές να "εισχωρήσω" στα μυστικά του.
Γνώριζα πολύ λίγα πράγματα για την αλχημεία και τους αλχημιστές και όλες μου τις γνώσεις τις είχα πάρει από την λαϊκή φαντασία που δεν ήξερα φυσικά πως υπήρχαν ακόμη αλχημιστές. Ο άντρας που καθόταν απέναντι μου στο τραπέζι, άλλοτε καθόταν ο Βολταίρος, ήταν νέος και κομψός. Είχε πρώτα κάνει κλασικές σπουδές και μετά ακολούθησαν οι σπουδές στη χημεία. Επί του παρόντος κέρδιζε τη ζωή του ασχολούμενος με το εμπόριο. Συναναστρεφόταν πολλούς καλλιτέχνες και κάποιους ανθρώπους κοσμικούς.
Δεν κρατώ ημερολόγιο αλλά μου συμβαίνει σε ορισμένες σημαντικές περιπτώσεις να σημειώνω τις παρατηρήσεις μου και τα συναισθήματά μου. κείνη την νύχτα όταν γύρισα στο σπίτι μου έγραψα το εξής:
Τι ηλικία μπορεί να έχει άραγε; Είπε πως είναι 35 χρόνων. Αλλά η εμφάνιση σε μπερδεύει. Τα λευκά και κατσαρά του μαλλιά ήταν κομμένα με τέτοιο τρόπο που έμοιαζαν με περούκα. Το πρόσωπο του ήταν γεμάτο ρυτίδες πάνω σε μια ροζ νεανική επιδερμίδα. Οι κινήσεις του ήταν αργές και μετρημένες. Το χαμόγελο του ήταν ήρεμο αλλά τραχύ. Τα μάτια του γελαστά με ύφος απόμακρο. Όλα συνηγορούσαν για μια άλλη ηλικία. Ο λόγος του μεστός, καθαρός, χωρίς παρεκτροπές. Έβλεπες μια διαύγεια πνεύματος. Κρυβόταν μια σφίγγα πίσω από αυτό το ευπροσήγορο πρόσωπο το χωρίς ηλικία. Το ακατανόητο. Και δεν ήταν μόνο η δική μου εντύπωση, αυτή. Ο Α.Β. που τον έβλεπε σχεδόν κάθε μέρα εδώ και βδομάδες, μου είπε πως δεν "τον έπιασε" ούτε μια φορά να κάνει λάθος, να βγει έξω απ'αυτή την "ανώτερη αντικειμενικότητα".
Αυτό που του καταμαρτυρούσε ο Γκουρτζίεφ:
Αυτός που αισθάνεται την ανάγκη να διδάξει δε ζει ολοκληρωτικά τη διδασκαλία του και δε βρίσκεται στο ανώτατο όριο μύησης.
Στη σχολή του Γκουρτζίεφ η ύλη δεν μεσολαβεί ανάμεσα στον μαθητή που τον έπεισαν για τη μηδενικότητά του και την ενέργεια που πρέπει να κατακτήσει για να περάσει στην ύπαρξη του πραγματικού. Αυτή την ενέργεια -αυτή τη "θέληση της θέλησης" λέει ο Γκουρτζίεφ- ο μαθητής πρέπει να τη βρει από μέσα του και πουθενά αλλού. Επομένως αυτή η προσπάθεια κατά ένα μέρος είναι λαθεμένη και οδηγεί μονάχα στην απελπισία. Αυτή η ενέργεια υπάρχει έξω από τον άνθρωπο και πρέπει να αιχμαλωτίσει. Ο καθολικός που καταπίνει την όστια θέλει μ'αυτό τον τρόπο να αιχμαλωτίσει την ενέργεια. Αλλά δεν το πιστεύετε; Αν δεν μπορείτε να έχετε πίστη ας έχετε τη φωτιά: αυτή είναι η αλχημεία. Μια αληθινή φωτιά. Μια υλική φωτιά. Τα πάντα ξεκινούν και τελειώνουν από την επαφή με την ύλη.
Ο Γκουρτζίεφ δε ζούσε μόνος, ήταν πάντα περικυκλωμένος από ανθρώπους σε μια κοινοτική ζωή. Υπάρχει ένα μονοπάτι μέσα στη μοναξιά, υπάρχουν μονοπάτια στην έρημο. Δεν μπορούν να υπάρξουν ούτε μονοπάτια, ούτε ποτάμια στον άνθρωπο. Του κάνω ερωτήσεις πάνω στην αλχημεία που ασφαλώς θα του φαίνονται τελείως ανόητες. Δε δείχνει τίποτα και απαντά:
"Δεν υπάρχει τίποτα παρά μονάχα η ύλη, τίποτε άλλο παρά η επαφή με την ύλη, εργασία υλική, εργασία με τα χέρια". Επιμένει πολύ σ'αυτό.
"Αγαπάτε την κηπουρική; " Να μια καλή αρχή. Η αλχημεία μοιάζει με την κηπουρική.
"Αγαπάτε το ψάρεμα; " Η αλχημεία έχει κάποια κοινά στοιχεία με το ψάρεμα! "Δουλειά εύκολη, για γυναίκες και παιδιά".
Δε θα ξέρουν να διδάξουν αλχημεία. Όλα τα αριστουργήματα της παλιάς λογοτεχνίας μας δίνουν πληροφορίες γι'αυτή. Είναι γεγονότα που τα έζησαν όλοι οι μεγάλοι -οι ηλικιωμένοι- που τα είπαν στα παιδιά και σεβάστηκαν πραγματικά τη γνώση των μεγάλων. Δεν μπορούμε ποτέ να κρίνουμε ένα έργο μόνο από τις "αρχές" του. Αλλά η γνώση αυτών των αρχών και η οδός που οδηγεί σ'αυτή τη γνώση πρέπει να παραμείνουν μυστικές. Επομένως υπάρχει ένα είδος αλληλοβοήθειας για τους ερευνητές της πρώτης βαθμίδας.
Γύρω στα μεσάνυχτα τον ρώτησα για τον Φουλκανέλι και με άφησε να καταλάβω ότι ο Φουλκανέλι έχει πεθάνει:
"Μπορούμε να ζήσουμε", μου είπε, "πολύ περισσότερο από ότι ζούμε αλλά ο ανυποψίαστος άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να το φανταστεί. Και μπορούμε να αλλάξουμε οριστικά όψη. Εγώ το ξέρω. Ξέρω επίσης πως η φιλοσοφική λίθος είναι πραγματικότητα. Αλλά πρόκειται για μια άλλη κατάσταση που όπως όλες οι άλλες μπορεί και αυτή να καταμετρηθεί. Πρόκειται για μια άλλη κατάσταση της ύλης απ'αυτή που γνωρίζουμε. Τα μέσα αυτής της εργασίας και της καταμέτρησης είναι απλά και δεν απαιτούν πολύπλοκο εξοπλισμό: είναι δουλειά για παιδιά... " Προσθέτει:
"Υπομονή, ελπίδα, εργασία. Όποια κι αν είναι η δουλειά ποτέ δεν εργαζόμαστε όσο πρέπει".
Ελπίδα: στην αλχημεία, η ελπίδα βρίσκεται στη βεβαιότητα πως υπάρχει ένας σκοπός. "Δε θα είχα ξεκινήσει", είπε, "αν δεν μου είχαν αποδείξει ξεκάθαρα πως ο σκοπός υπάρχει πράγματι και πως είναι δυνατόν να τον κατακτήσεις μέσα σ'αυτή τη ζωή"...
... "Πιστεύω, όπως λέει και ο παλιός μου φίλος Αντρέ Μπιλί, ότι το να καταλαβαίνεις είναι το ίδιο όμορφο με το να τραγουδάς, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνεις απόλυτα"...
... "Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να φτάσεις στην ουσία της γνώσης. Η εποχή μας έχει τους δικούς της, όπως οι αρχαίοι πολιτισμοί είχαν τους δικούς τους. Δεν αναφέρομαι μόνο στη θεωρητική γνώση.
Είδα λοιπόν πως οι τεχνικές του σήμερα είναι πιο ισχυρές από τις τεχνικές του χθες. Αυτή η βασική γνώση που είχαν χωρίς αμφιβολία οι αλχημιστές (και άλλοι σοφοί πριν απ'αυτούς) θα έφτανε σε μας πιο ισχυρή, πιο επικίνδυνη και πιο απαιτητική. Θέλαμε να πετύχουμε το ίδιο αποτέλεσμα με τους αρχαίους αλλά από διαφορετική θέση. Πριν βιαστούμε να καταδικάσουμε το σύγχρονο πνεύμα στο όνομα της σοφίας των αρχαίων, ή πριν απαρνηθούμε αυτή τη σοφία, πιστεύοντας πως η πραγματική γνώση αρχίζει με το δικό μας πολιτισμό, θα ήταν καλύτερα να σεβαστούμε τη δύναμη του πνεύματος που κάτω από διαφορετικές συνθήκες, περνάει από το ίδιο σημείο φωτός και ανατέλλει. Πριν το καταδικάσουμε, το απορρίψουμε ή το διαλέξουμε πρέπει να το αγαπήσουμε. Η Αγάπη είναι το παν: κίνηση και ανάπαυση μαζί...
...Η αλχημεία σύμφωνα με την άποψή μας, θα μπορούσε να ήταν ένα από τα πιο βασικά πεδία μιας επιστήμης, μιας τεχνικής, μιας φιλοσοφίας ενός τελειοποιημένου πολιτισμού. Αυτό που ανακαλύψαμε μελετώντας την αλχημεία, στο φως της σύγχρονης γνώσης, δεν μας επιτρέπει να πιστέψουμε πως μια τεχνική τόσο προχωρημένη, τελειοποιημένη και ακριβής θα μπορούσε να ήταν το προϊόν μιας ‘θεϊκής επιφοίτησης’ που έπεσε από τον ουρανό. Δεν είναι ότι δεν έχει το σπόρο μιας αποκάλυψης. Αλλά δεν ισχυριστήκαμε ποτέ μελετώντας τους αγίους και τους μεγάλους μυστικιστές, πως ο Θεός μιλάει στους ανθρώπους με την γλώσσα της τεχνολογίας. Βάλε το χασάπη σου κάτω από το πολωμένο φως ω! γιε μου! Πλύνε τις σκουριές στο καθαγιασμένο νερό.
Δεν πιστεύουμε ακόμα πως η τεχνική της αλχημείας θα μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα από επιπόλαιες έρευνες, από ασήμαντες τεχνικές αδαών, από φαντασιώσεις μανιακών της μαγείας μέχρι σ'αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε ατομική ανολοκλήρωση. Καταλήγουμε να πιστεύουμε πως υπάρχουν στην αλχημεία απομεινάρια μιας επιστήμης που έχει χαθεί και που είναι δύσκολο να την κατανοήσουμε, αφού λείπει το σύνολο των κειμένων. Πάνω σ'αυτά που μας έχουν απομείνει μπορούμε να κάνουμε κάποια έρευνα, αλλά πολύ περιορισμένη και καθορισμένη. Αφθονούν οι τεχνικές, ηθικές και θρησκευτικές ερμηνείες αλλά από την άλλη μεριά υπάρχει η βασική αναγκαιότητα της διαφύλαξης του μυστικού.

Σκεφτόμαστε πως ο πολιτισμός κατέχει μια γνώση που μπορεί να είναι προηγούμενο ενός άλλου πολιτισμού που κάτω από άλλες συνθήκες και σε άλλο πεδίο σκέψης, θα ερευνούσε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον την αρχαιότητα, επισπεύδοντας με αυτό το τρόπο τη δική της πρόοδο.
Πιστεύουμε ακόμα το εξής: ο αλχημιστής την ώρα που "δουλεύει" πάνω στην ειδωμένη ύλη σύμφωνα με την παράδοση, επιχειρεί ένα είδος μετατροπής της ύλης. Αυτό που συμβαίνει μέσα στη χοάνη του, συμβαίνει και στη ψυχή του και στη συνείδηση του. Αλλάζει η κατάσταση των πραγμάτων. Όλα τα παραδοσιακά κείμενα επιμένουν σ'αυτό, επικαλούμενα τη στιγμή που επιτελείται το ‘Μεγάλο Έργο’ ή ο αλχημιστής γίνεται ‘φωτισμένος’. Νομίζουμε πως αυτά τα παλιά κείμενα περιγράφουν την αληθινή γνώση, τους νόμους της ύλης και της ενέργειας. Περιλαμβάνουν επίσης και την τεχνολογική γνώση. Την κατάκτηση αυτής της γνώσης είναι που επιθυμεί ο πολιτισμός μας. Δε μας φαίνεται καθόλου παράλογο το γεγονός ότι οι άνθρωποι σε ένα προσεχές μέλλον θα κληθούν να αλλάξουν τη μορφή του κόσμου, όπως οι αλχημιστές, όπως ακριβώς ο παλιός αλχημιστής υπέστη κάποια μεταβολή. Με την προϋπόθεση ότι ο πολιτισμός μας δε θα χαθεί ακριβώς τη στιγμή που θα έχει φτάσει στο σκοπό του, όπως έγινε με άλλους πολιτισμούς που χάθηκαν. Επίσης ελπίζουμε πως τη δεύτερη και τελευταία περίοδο της διαφάνειας, αν η περιπέτεια του πνεύματος επαναλαμβάνεται, θα είναι κάθε φορά σε όλο και υψηλότερο επίπεδο, της ελικοειδούς σκάλας. Αφήνουμε σε άλλες χιλιετίες τη φροντίδα να φέρει σε πέρας αυτή τη περιπέτεια, μέχρι το ακίνητο κέντρο, με κάθε ελπίδα"...
...Οι αλχημιστές μιλάνε για την αναγκαιότητα να διυλίσεις χίλιες φορές το νερό για να παρασκευάσεις το ελιξίριο. Ακούσαμε έναν ειδικευμένο ιστορικό να λέει ότι αυτή η άποψη ήταν τελείως παρανοϊκή. Αγνοούσε τα πάντα γύρω από το βαρύ ύδωρ και τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να εμπλουτίζουν το απλό νερό και να το κάνουν βαρύ. Ακούσαμε έναν πολυμαθή να βεβαιώνει ότι το ραφινάρισμα και ο καθαρισμός των μετάλλων από άλλα στοιχεία, δεν αλλοιώνει καθόλου τις ιδιότητες του. Θα πρέπει να φανταστούμε πως η απασχόληση με την αλχημεία είναι σαν την τυπική κίνηση που κάνει ο καθολικός "παίζοντας" με το ροζάρι του, ή σαν μια μυστική μαθητεία στην υπομονή. Είναι λοιπόν γεγονός πως μέσα από ένα τέτοιο ραφινάρισμα τίον μετάλλων που έχει περιγραφεί από τους αλχημιστές, και που σήμερα ονομάζουμε "η τήξη της ζώνης" παρασκευάζεται το "ζερμάνιουμ" και το "σιλίσιουμ" των τρανζίστορς.
Σήμερα γνωρίζουμε, χάρη στις εργασίες για τα τρανζίστορς, ότι αν καθαρίσουμε πρώτα ένα μέταλλο από περιττά στοιχεία και μετά εισάγουμε σ'αυτό χιλιοστά γραμμαρίου ακάθαρτων στοιχείων, δίνουμε στο σώμα ιδιότητες καινούριες και επαναστατικές. Σκοπός μας δεν είναι να ζαλίσουμε τον αναγνώστη με χιλιάδες παραδείγματα αλλά να του δώσουμε να καταλάβει πόσο ωφέλιμη θα ήταν μια συστηματική μελέτη της αλχημείας...

...Όσο πιο πίσω στο παρελθόν πάμε, τόσο πιο πολλά χειρόγραφα βρίσκουμε. Ο Νικολά ντε Βαλουά στο 15ο αιώνα, έβγαλε το συμπέρασμα ότι οι μετατροπές, τα μυστικά και οι τεχνικές απελευθέρωσης της ενέργειας ήταν γνωστές στον άνθρωπο πριν από την ίδια την γραφή. Η αρχιτεκτονική προϋπήρξε της γραφής. Ίσως να ήταν μια μορφή γραφής. Βλέπουμε πως η αλχημεία ήταν στενά δεμένη με την αρχιτεκτονική. Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κείμενα της αλχημείας, του οποίου συγγραφέας ήταν ο Γκομπινό ντε Μονλουιζάν, είχε το τίτλο: Περίεργες ερμηνείες αινιγμάτων και ιερογλυφικές φιγούρες που βρίσκονται στην κεντρική είσοδο της 'Νοτρ Νταμ' στο Παρίσι. Οι εργασίες του Φουλκανέλι αναφέρονταν στα "μυστήρια των καθεδρικών ναών" και στις λεπτομερείς περιγραφές των "φιλοσοφικών κατοικιών". Μερικές μεσαιωνικές κατασκευές μαρτυρούν την πανάρχαια συνήθεια της αλχημείας να αποστέλλει μηνύματα μέσα από την αρχιτεκτονική, διά μέσου των αιώνων.
Ο Νεύτων πίστευε ότι υπήρχε μια αλυσίδα μυημένων που απλωνόταν μέχρι την αρχαιότητα και η οποία γνώριζε τα μυστικά της μετατροπής και ανολοκλήρωσης της ύλης. Ο Άγγλος σοφός ατομικός Ντα Κόστα Αντράντε, σ'ένα λόγο που προσφώνησε στο Κέμπριτζ με την ευκαιρία των 300 χρόνων από τη γέννηση του Νεύτωνα, τον Ιούλιο του 1946, δε δίστασε να ανακοινώσει ότι ο εφευρέτης του νόμου της ροπής ήταν ένας κρίκος αυτής της αλυσίδας και ότι δεν είχε αναγγείλει παρά ένα πολύ μικρό κομμάτι των γνώσεών του.
"Δεν μπορώ να ελπίζω, είπε, να καταρρίψω, το σκεπτικό του Νεύτωνα ή το ειδικό όραμα που αποκάλυψε την ατομική ενέργεια. Θα σας πω απλά, ότι αυτά που θα σας διαβάσω σε λίγο, ξεπερνούν κατά πολύ τη σκέψη του Νεύτωνα και μιλούν για την παγκόσμια ανησυχία που προκάλεσε η σύνθεση του χρυσού. Να τι έγραφε ο Νεύτων:
‘Ο τρόπος που εμποτίζεται ο υδράργυρος, κρατήθηκε μυστικός από αυτούς που δημιούργησαν ένα δρόμο που οδηγούσε σε κάτι πιο ευγενικό (από την κατασκευή χρυσού) και φυσικά δε θα μπορούσε να ανακοινωθεί στον κόσμο, γιατί θα διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, αν βέβαια αυτά που γράφει ο Ερμής είναι αλήθεια’.
Πιο κάτω ο Νεύτων έγραφε: ‘υπάρχουν ακόμα πιο Μεγάλα Μυστήρια από την μετατροπή μετάλλων, αν βέβαια δεν τα παραλένε οι μεγάλοι διδάσκαλοι, γιατί μόνο αυτοί ξέρουν αυτά τα μυστικά’.
Ας σκεφτούμε πως σε τελευταία ανάλυση ο Νεύτωνας μιλάει με την ίδια επιφύλαξη και την ίδια προνοητικότητα για να αναγγείλει τις δικές του ανακαλύψεις στην οπτική.
Από ποιό παρελθόν μας έρχονται αυτοί οι μεγάλοι δάσκαλοι που επικαλείται ο Νεύτωνας και από ποιό παρελθόν έχουν αντλήσει την επιστήμη τους;
‘Αν ανέβηκα τόσο ψηλά’, λέει ο Νεύτων, ‘είναι γιατί ανέβηκα στις πλάτες γιγάντων’"...

...Ο Ζαν Φρεντερίκ Ζβάιτσερ, είπε ο Ελβέτιος, που υπήρξε σφοδρός πολέμιος της αλχημείας, αναφέρει πως ένα πρωινό στις 27 Δεκεμβρίου του 1666, εμφανίστηκε ένας ξένος στο σπίτι του. Ήταν ένας άνθρωπος με σοβαρό παρουσιαστικό, αξιοπρέπεια και ήθος, ντυμένος με ένα απλό μαύρο παλτό σαν μενονιστής. Αφού πρώτα ρώτησε τον Ελβέτιο αν πίστευε στη φιλοσοφική λίθο (και βέβαια ο διάσημος γιατρός απήντησε αρνητικά) ο ξένος άνοιξε ένα μικρό κουτί από ελεφαντόδοντο που περιείχε κομμάτια που έμοιαζαν να ήταν φτιαγμένα από γυαλί και οπάλιο. Ανεκοίνωσε με στόμφο πως ήταν η περίφημη πέτρα και πως μπορούσε με αυτή την ελάχιστη ποσότητα να φτιάξει τόνους χρυσού. Ο Ελβέτιος αφού πρώτα τον ευχαρίστησε για την καλοσύνη που είχε να του το δείξει, πήρε ένα κομμάτι στα χέρια του και τον παρακάλεσε αν μπορούσε να του δώσει λίγο.

Ο αλχημιστής αρνήθηκε με βίαιο τρόπο, λέγοντας μ'ένα ύφος δουλοπρέπειας πως δεν μπορούσε, ακόμα και για όλη την περιουσία του Ελβέτιου, να αποχωριστεί έστω και ένα ελάχιστο μόριο αυτής της πέτρας, για τον απλούστατο λόγο πως δεν είχε το δικαίωμα να διαδίδει την ύπαρξή της. Όταν ο Ελβέτιος τον παρακάλεσε να του αποδείξει τα λεγόμενα του, κάνοντας μπροστά του τη μετατροπή (των μετάλλων) ο ξένος απήντησε πως θα επιστρέψει σε τρεις βδομάδες και τότε θα του δείξει κάτι που θα τον εντυπωσιάσει. Πραγματικά ήρθε τη μέρα που είχε υποσχεθεί, αλλά αρνήθηκε να κάνει οποιοδήποτε πείραμα, γιατί του είχε απαγορευτεί να αποκαλύψει το μυστικό. Συγκατατέθηκε παρ'όλα αυτά να δώσει στον Ελβέτιο, ένα πολύ μικρό κομμάτι σαν "κόκκο σιναπιού". Καθώς ο γιατρός αμφέβαλλε αν αυτή η ποσότητα θα του έδινε το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο αλχημιστής έσπασε το κομμάτι στα δύο, πέταξε το μισό και δίνοντας το υπόλοιπο είπε: "και αυτό ακόμα σας αρκεί".
Ο σοφός, μας ομολόγησε αργότερα, πως στην πρώτη επίσκεψη του ξένου κατάφερε να αποσπάσει κάποια μόρια της πέτρας και ότι άλλαξε το μόλυβδο όχι σε χρυσό αλλά σε γυαλί.
- Θα μπορούσατε να είχατε προστατέψει το λάφυρο σας, με λίγο κίτρινο κερί, είπε ο αλχημιστής. Αυτό θα σας βοηθούσε στο να εισχωρήσει στο μόλυβδο και να τον μετατρέψει σε χρυσό.
Ο άνθρωπος υποσχέθηκε να έρθει την επομένη στις εννιά για να πραγματοποιήσει το θαύμα, αλλά δεν ήρθε ούτε την επομένη ούτε τη μεθεπομένη. Η γυναίκα του Ελβέτιου τον πίεσε να κάνει εκείνος τη μετατροπή:
Ο Ελβέτιος ακολούθησε τις οδηγίες του ξένου. Έλιωσε τρεις "δραχμές" (παλιά μονάδα βάρους ελληνική) μόλυβδου τύλιξε την πέτρα με κίτρινο κερί και την άφησε να πέσει στο υγρό μέταλλο. Και να το θαύμα. Έγινε χρυσός! Την πήγαμε αμέσως στο χρυσοχόο και αυτός μας είπε πως ήταν το πιο φίνο χρυσό που είχε δει ποτέ του, και μας πρόσφερε 50 φλορίνια την ουγγιά. Ο Ελβέτιος κλείνοντας την αφήγησή του, μας είπε πως ο χρυσός είναι πάντα στην κατοχή του σαν χειροπιαστή απόδειξη της μετατροπής. Είθε οι άγγελοι να τον προστατεύσουν (τον ανώνυμο αλχημιστή σαν ένα είδος ευλογιάς του Θεού στους χριστιανούς). Αυτή είναι η μόνιμη προσευχή μας γι'αυτόν και για μας.
Το νέο απλώθηκε όπως η σκόνη όταν τη φυσάει ο άνεμος. Ο Σπινόζα, χωρίς να υπολογίσουμε τους ναΐφ, θέλησε να μάθει με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία. Επισκέφθηκε λοιπόν τον χρυσοχόο που είχε εκτιμήσει το χρυσό. Το αποτέλεσμα της επίσκεψης ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό: κατά τη διάρκεια της τήξης, το ασήμι έχοντας συγχωνευθεί με άλλα στοιχεία, μετατρέπεται σε χρυσό. Ο χρυσοχόος Μπεσέ, ήταν ο νομισματοκόπος του δούκα του Οράνζ. Ήξερε σίγουρα το επάγγελμά του. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι έπεσε θύμα απάτης ή ότι ήθελε να καταχραστεί την εμπιστοσύνη που του έδειξε ο Σπινόζα. Ο Σπινόζα πήγε μετά απ'αυτό στον Ελβέτιο, που του έδειξε το δοχείο, όπου εκεί μέσα έγινε η μετατροπή. Υπήρχαν ακόμα υπολείμματα του πολύτιμου μετάλλου κολλημένα στο εσωτερικό του δοχείου. Όπως και πολλοί άλλοι, έτσι και ο Σπινόζα πίστεψε πως αυτή η μετατροπή είχε πραγματικά γίνει...
..."Μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα απ'όσα γνωρίζουμε" έλεγε ο Ρότζερ Μπέικον. Αλλά προσέθετε αυτή την κουβέντα που μπορεί να θεωρηθεί σαν ρητό της αλχημείας. "Παρ'όλο που δεν είναι τα πάντα επιτρεπτά, είναι τα πάντα δυνατά να συμβούν"...
...Ο πραγματικός σκοπός των αλχημιστικών μεθόδων που είναι ίσως ένας τομέας πολύ παλιάς επιστήμης, που ανήκε σε έναν πολιτισμό που χάθηκε, είναι η μεταμόρφωση του ίδιου του αλχημιστή και η μετάβασή του σε μια ανώτερη συνείδηση. Τα υλικά αποτελέσματα δεν είναι παρά ο προάγγελος του τελικού αποτελέσματος που είναι πνευματικό. Όλα τείνουν προς τη μετατροπή του ίδιου του ανθρώπου, στη θεοποίησή του, στην ενοποίησή του με τη θεϊκή ενέργεια όπου βασιλεύουν όλες οι ενέργειες της ύλης. Η αλχημεία είναι αυτή η επιστήμη με τη "συνείδηση" για την οποία μας μιλάει ο Ραμπελέ. Είναι μια επιστήμη που περισσότερο εξανθρωπίζει παρά υλοποιεί, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση του Τεϊλάρ ντε Σαρντέν ο οποίος μας έλεγε: ‘Η αληθινή φυσική επιστήμη είναι αυτή που παρεμβαίνει για να ολοκληρωθεί ο άνθρωπος δημιουργώντας μια συνολική παρουσία σε έναν ενιαίο κόσμο’.
"Μάθετε", έγραφε ένας μεγάλος αλχημιστής, "μάθετε όλοι σας, εξερευνητές αυτής της τέχνης, ότι το πνεύμα είναι το παν και ότι αν μέσα σ'αυτό το πνεύμα δεν υπάρχει κάποιο άλλο, παρόμοιο, όλες οι προσπάθειες πάνε χαμένες"...
...Θα είχαμε ακόμη πιο εντυπωσιακές ουσίες, που θα είχαν γεννηθεί από τις αλχημικές προσμίξεις. Μία από αυτές θα ήταν ευδιάλυτη στο γυαλί πριν από την τήξη του. Αυτή η ουσία μόλις άγγιζε το μισολιωμένο γυαλί, εξαφανιζόταν στο εσωτερικό του, δίνοντάς του την απόχρωση του ρουμπινιού, με ένα μωβ, που φωσφόριζε στο σκοτάδι. Είναι η περίφημη σκόνη που τη φτιάχνουν μέσα στο γουδί από αχάτη, και που τα αλχημικά κείμενα την ονομάζουν "σκόνη εκτόξευσης" ή φιλοσοφική λίθο. Από τι να είναι φτιαγμένη άραγε αυτή η πολύτιμη πέτρα" έγραφε ο Μπερνάρ, "που είναι πολυτιμότερη απ'όλες τις πέτρες και η οποία είναι ένας θησαυρός, σαν ύμνος για να δοξάζουμε το Θεό που ζει και βασιλεύει αιώνια".
Όλοι μας γνωρίζουμε τους θαυμάσιους μύθους που έχουν γραφτεί γι'αυτήν την πέτρα, που θα ήταν ικανή να μας εξασφαλίσει μετατροπή των μετάλλων και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Θα μπορούσε να μετασχηματίσει μερικά ευτελή μέταλλα, σε χρυσό, ασήμι και πλατίνα, αλλά αυτό θα ήταν μία μόνο μορφή της δύναμής της. Το πιο σημαντικό θα ήταν πως θα λειτουργούσε σα μια μορφή παρακαταθήκης πυρηνικής ενέργειας, που θα τη μεταχειριζόμασταν κατά βούληση.
...Να λοιπόν συμπληρωμένο το "Μεγάλο Έργο". Δημιουργείται στον ίδιο τον αλχημιστή μια μεταμόρφωση που μπορούμε να δούμε μέσα από τα κείμενα, αλλά που δεν είμαστε σε θέση να την περιγράψουμε, γιατί έχουμε πολύ λίγες ανάλογες εμπειρίες πάνω σ'αυτό το θέμα. Αυτή η μεταμόρφωση του αλχημιστή θα είναι κάτι σαν την υπόσχεση με τη δική του ευφυΐα και τα στοιχεία της γης. Η συγκέντρωση του Πνεύματος, η προσήλωσή του σε άλλους τόπους συνείδησης μέσα από το κοσμικό διάστημα. Προοδευτικά ή ξαφνικά, λέει η παράδοση, ο αλχημιστής ανακαλύπτει το νόημα της επίπονης εργασίας του. Ξεδιπλώνονται μπροστά του τα μυστικά της ενέργειας του σύμπαντος, και την ίδια στιγμή του αποκαλύπτονται όλες οι προοπτικές της ζωής. Από μόνος του εγκαθίδρυσε καινούργιες σχέσεις ανάμεσα στο δικό του πια χαρισματικό πνεύμα και στο παγκόσμιο, μέσα από την αιώνια αυτοσυγκέντρωση. Κάποιες ακτινοβολίες της μαγικής πέτρας, να είναι άραγε η αιτία της μεταμόρφωσης του φυσικού γίγνεσθαι του αλχημιστή;

Επομένως η πρόσμιξη της φωτιάς με άλλες ουσίες, όχι μόνον επιτρέπει τη μετατροπή των στοιχείων αλλά και τη μεταμόρφωση του ίδιου του πειραματιζόμενου. Αυτός, κάτω από την επίδραση των δυνάμεων που έχουν δημιουργηθεί από τις προσμίξεις της χοάνης (από τις ακτινοβολίες των πυρήνων που έχουν υποστεί δομικές αλλαγές) μπαίνει σε μια άλλη κατάσταση πραγμάτων. Γίνονται κάποιες μεταβολές μέσα του. Η ζωή του επιμηκύνεται, η ευφυΐα του και η σκέψη του έχουν κατακτήσει ένα ανώτερο επίπεδο. Η ύπαρξη τέτοιων "μεταμορφωμένων ανθρώπων" είναι η βάση της παράδοσης του Ερυθρού Σταυρού. Ο αλχημιστής βρίσκεται σε άλλο συνειδησιακό επίπεδο. Βρίσκεται μόνος του να είναι "υποψιασμένος" για τα θαύματα της φύσης, ανάμεσα στους υπόλοιπους ανυποψίαστους ανθρώπους. Ξεφεύγει από την ανθρωπότητα, όπως ο Μάλλορυ, στο Έβερεστ εξαφανίστηκε, έχοντας τη δική του στιγμή αλήθειας.
"Η φιλοσοφική λίθος αντιπροσωπεύει επομένως το πρώτο σκαλοπάτι που βοηθάει τον άνθρωπο να προσχωρήσει προς το Απόλυτο". Πάνω απ'αυτό ξεκινάει το μυστήριο. Στη δική μας ανθρώπινη μεριά δεν υπάρχει ούτε μυστήριο, ούτε εσωτερική ζωή ούτε άλλες σκιές, παρά μόνο οι επιθυμίες μας και κυρίως ο εγωισμός μας. Αλλά όπως είναι πιο εύκολο να λες από το να κάνεις, κάτι που προϋποθέτει πόνο, κούραση και μοναξιά, είναι και πιο βολικό να βρεις καταφύγιο στη "σκέψη" από το να πολεμάς σώμα με σώμα με τα σκοτάδια της ύλης. Η αλχημεία απαγορεύει τέτοιου είδους αποδράσεις στους οπαδούς της. Τους αφήνει πρόσωπο με πρόσωπο με το μεγάλο αίνιγμα... Μας διαβεβαιώνει μονάχα πως αν παλέψουμε μέχρι το τέλος, για να νικήσουμε την αμάθεια, από μόνη της η αλήθεια θα αγωνιστεί για μας, και στο τέλος θα νικήσει. Ίσως τότε να αρχίσει η "αληθινή" μεταφυσική...



Πάουελς - Μπερζιέ,  Η Αυγή των Μάγων, εκδ. Κάκτος

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Το κορίτσι της παραλίας




Το κορίτσι της παραλίας





Ο
 Αντώνης πήρε τα κιάλια από τον δεσμοφύλακα και κοίταξε προς την παραλία. Ο Γάτος είχε δίκιο. Ήταν ένα κορίτσι με καστανόξανθα μακριά μαλλιά καθισμένο στην αμμουδιά. Δεν μπορούσε να διακρίνει πολλά. Τα χυτά μαλλιά της που έπαιζαν με τον άνεμο όμως μπόρεσε να τα δει. Κι ακόμη το λευκό μπικίνι της που έκανε ένα πολύ ερεθιστικό κοντράστ με το μαυρισμένο της κορμί. Ποια να ήταν αυτή η κοπέλα, μόνη, ολόμονη σ'αυτή την ρημαδο-παραλία;
    "Χανιώτης! Χανιώτης, άσε τα κιάλια και κάτσε κάτω", άκουσε την αγριοφωνάρα του αρχιφύλακα που βγήκε από το κουβούκλιο της γέφυρας για να τον κατσαδιάσει.
    Αει γαμήσου, αποκρίθηκε σιγανά εκείνος και ακούμπησε τα κιάλια πάνω στο κουτί της μηχανής.
    "Την είδες;"
    Ο Αντώνης γύρισε και είδε τον Γάτο να σκύβει και να του χαμογελάει μέσα από τα σάπια δόντια του. "Όμορφη ε;"
    "Ναι, την είδα", είπε απλά ο Αντώνης και γύρισε το βλέμμα του.
    "Μωρέ, μπουκιά και συχώριο σου λέω. Λες μεθαύριο που θα πάμε για να καθαρίσουμε να την ξαναβρούμε;"
    Ο Αντώνης έβγαλε τα τσιγάρα του και άναψε με αργές κινήσεις ένα.
    "Δεν ξέρω. Αλλά αν δεν την βρούμε θα είναι καλύτερα", είπε και φύσηξε τον καπνό.
    Το βλέμμα του Γάτου σκοτείνιασε.
    "Γιατί ρε Φιλέ;"
    "Σου έχω ξαναπεί να μην με λες έτσι", αποκρίθηκε ο Αντώνης και έριξε στον Γάτο ένα τσατισμένο βλέμμα.
    "Καλά ρε Φιλ... ρε Αντώνη. Αλλά πες μου, θα την βρούμε μεθαύριο;"
    "Σου είπα, καλύτερα να μην την δούμε. Αρκετές μαλακίες δεν έχεις τραβήξει οχτώ χρόνια τώρα; Θα τον ξεκολλήσεις στο τέλος!".
    Κάποιοι πάρα πέρα, ο Σουηδός και ο Μουράβγιας ξέσπασαν σε γέλια. Ο Γάτος σήκωσε τους τεράστιους ώμους του και απομακρύνθηκε από τον Αντώνη.
    Κι όμως, μονολόγησε εκείνος γυρίζοντας προς την ανοιχτή θάλασσα, θα'ταν αληθινά όμορφο να την ξαναδούμε μεθαύριο.
         
    Ο Αντώνης έβαλε και τα τελευταία ρούχα στο πανάρχαιο πλυντήριο, έκλεισε και ασφάλισε την στρογγυλή του πόρτα. Γύρισε τον διακόπτη και αφού άκουσε τον... βρυχηθμό που σήμαινε την έναρξη του προγράμματος πλύσης, κάθισε στον πάγκο του και άναψε ένα τσιγάρο. Το μυαλό του είχε σταματήσει στο κορίτσι της παραλίας, με το λευκό μαγιό και τα όμορφα μαλλιά που τα έπαιρνε ο άνεμος. Τι χρώμα άραγε να είχαν τα μάτια της;      
    "Γαλάζιο!"
    Ο Αντώνης γύρισε αιφνιδιασμένος το κεφάλι του. Ο Γάτος βρισκόταν από πάνω του και γελούσε με την γνωστό του ύφος.
    "Τι είπες μωρέ μαλάκα;"
    "Γαλάζιο ρε Φιλέ. Θα πάμε μεθαύριο στην παραλία. Βγήκαν οι βάρδιες".
    "Γαλάζιο" στη διάλεκτο της Πτέρυγας Β σήμαινε ότι 'όλα πάνε καλά, όπως εμείς θέλουμε'. Ο Αντώνης χαμογέλασε ικανοποιημένος. Μέχρι που προσέφερε και τσιγάρο στον Γάτο.
    "Ευχαριστώ Φιλέ!", είπε εκείνος με μάτια γουρλωμένα και δεν το πίστευε. Κάθισε δίπλα, -όχι και κολλητά, ο Αντώνης δεν γούσταρε οικειότητες-, άναψε το τσιγάρο του και απήλαυσε την πρώτη του τζούρα.
    "Λες να είναι εκεί Φιλέ;", τον ρώτησε ύστερα από λίγο.
    "Ποια μωρέ;", τον ρώτησε με εύθυμο ύφος ο Αντώνης που είχε λίγη διάθεση να χαζολογήσει με τον πανύψηλο φίλο του.
    "Η κοπέλα της παραλίας. Λες να είναι εκεί και να μας περιμένει;"
    "Ναι, έχει αναβάλει όλες τις δουλειές της και περιμένει 12 κατάδικους από τον Αη Λιά να πάνε να καθαρίσουν τα σκουπίδια. Ποια σκουπίδια δηλαδή; Τέλος πάντων".
    Ο Γάτος είχε μείνει συνοφρυωμένος. Τώρα ο Αντώνης τον δούλευε ή μιλούσε σοβαρά;
    "Φιλέ..."
    Ο Αντώνης έριξε μια φιλική καρπαζιά στον γιγαντόσωμο φίλο του.
    "Σου είπα ή δεν σου είπα να μην με λες έτσι ρε;"
    "Μου κόλλησε ρε Φιλέ. Να σε ρωτήσω;"
    Το παρατσούκλι αυτό το είχαν επινοήσει ο Τζαμάικας και ο Σουγιάς όταν είδαν τον Αντώνη να παίζει βόλεϊ κάποια Κυριακή και να φωνάζει "πάνω απ'το φιλέ ρε μαλάκες, όχι από κάτω!". Οι περισσότεροι δεν το χρησιμοποιούσαν πια αλλά όχι και ο Γάτος. Στην πραγματικότητα δεν τον πείραζε τον Αντώνη να τον αποκαλούν "Φιλέ", "Ρόμβο", ή "Νανού", ή όπως αλλιώς ήθελαν. Και τον Γάτο τον αγαπούσε στο βάθος, άσχετα αν μερικές φορές γινόταν τσιμπούρι.
     "'Άντε, ρώτα", του απάντησε και κάθισε πιο αναπαυτικά στον πάγκο του.
    "Θα της την πέσεις;"
    "Τι είπες;"
    Ο Γάτος τώρα σηκώθηκε από τον πάγκο και έκανε δυο βήματα πίσω. Ήταν αστείο το θέαμα. Με ύψος περίπου κοντά δυο μέτρα και βάρος πάνω από 120 κιλά, ο Γάτος έτρεμε σαν το ψάρι και μόνο στη σκέψη ότι ο Αντώνης, περίπου 30 πόντους πιο κοντός και καμιά 40ριά κιλά πιο αδύνατος, θα θύμωνε και θα του έβαζε τις φωνές. Όμως ο Αντώνης ήταν κάτι σαν θεός για τον Γάτο, και όχι μόνο. Ο λόγος του ήταν ο πιο σεβαστός στην Πτέρυγα και ό,τι αποφάσιζε εκείνος ήταν περίπου νόμος για όλους.
    Ο Αντώνης σηκώθηκε από τον πάγκο, δήθεν να ορμήξει στον φοβισμένο συγκρατούμενό του. Ο τελευταίος υπεράσπισε το κεφάλι του με τα χέρια του αλλά ο Αντώνης το μόνο που έκανε ήταν να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη και να τον χαϊδέψει στα μαλλιά.
    "Δεν θύμωσες Φιλέ, έτσι;", του είπε χαμογελώντας ο πανύψηλος άντρας.
    "Όχι ρε μάγκα, δεν σου θύμωσα. Άντε, πάγαινε πάνω τώρα. Σε λιγάκι θα έρθω κι εγώ".
    "Θα σου φτιάξω καφέ Φιλέ", είπε χαρούμενος ο Γάτος φεύγοντας.
    "Καλά", απάντησε ο Αντώνης χαμογελώντας και έριξε μια τελευταία ματιά στο σαράβαλο που πριν από αιώνες ήταν πλυντήριο και αγκομαχούσε να τα βγάλει πέρα.

    Ο διευθυντής των φυλακών περίμενε καθισμένος στο παλιό, βρόμικο γραφείο του, χωμένος –ως συνήθως- πίσω από μια αθλητική εφημερίδα.
    "Κλείσε την πόρτα ρε Νανού", είπε στον Αντώνη που περίμενε όρθιος στο κατώφλι. "Έλα, κάτσε να τα πούμε".
    Ο διευθυντής πέταξε την εφημερίδα στο πλάι και ανακάθισε στη φθαρμένη προκατακλυσμιαία πολυθρόνα του που έτριξε απαίσια. Ο Αντώνης κάθισε σε μια από τις καρέκλες εμπρός από το γραφείο.
    "Πως τα πας ρε Νανού;"
    Το παρατσούκλι αυτό το είχε βγάλει ένας παλιός δεσμοφύλακας τον πρώτο καιρό που είχε έρθει ο Αντώνης στην Πτέρυγα. Κι αυτό επειδή έκανε ένα σαρδάμ με την γνωστή φίρμα γαλακτοκομικών. Ένα 'α' στην θέση του 'ου' ήταν αρκετό για να του κολλήσουν το παρατσούκλι.
    "Καλά είμαι κε διευθυντά", απάντησε ο Αντώνης κάπως βαριεστημένα. Ήξερε ποιο ήταν το θέμα της συνάντησης. Δυό ημέρες το μήνα γινόταν αυτή η συζήτηση, η ίδια συζήτηση. Οι δώδεκα κρατούμενοι θα αποβιβάζονταν στο νησάκι της Γριάς -έτσι ήταν γνωστό- και θα καθάριζαν την μοναδική του παραλία από τα υποτιθέμενα σκουπίδια που άφηναν εκεί οι υποτιθέμενοι επισκέπτες του. Αυτό τουλάχιστον ήξερε το Υπουργείο Δικαιοσύνης που επιδοτούσε το πρόγραμμα αυτό και έκανε πιο παχυλό τον μισθό του διευθυντή ενώ δεν έμεναν παραπονούμενοι και οι φύλακες βέβαια.
    "Πάρτε και σακούλες. Κάντε ότι καθαρίζετε. Γεμίστε τις με ξερόκλαδα και τέτοια να φουσκώσουν. Και μετά τις 12 αράξτε στην παραλία, κάντε και καμιά βουτιά και μετά θα γυρίσετε. Ξηγημένοι;", ρώτησε ο διευθυντής και έκλεισε το μάτι στον Αντώνη.
    "Έγινε κε διευθυντά", απάντησε βαριεστημένα εκείνος και σηκώθηκε από την πολυθρόνα. "Α, μην το ξεχάσω".
    "Τι είναι;".
    "Έχω κάνει μια λίστα με κάποια βιβλία για την βιβλιοθήκη. Τα παλιά τα έχουμε διαβάσει όλα. Να σας την αφήσω;", είπε ο Αντώνης και έβγαλε ένα χαρτί από το πουκάμισό του.
    "Εντάξει, άστο", απάντησε ο διευθυντής. "Πολύ διάβασμα πέφτει τελευταία Νανού", συμπλήρωσε με ένα καχύποπτο ύφος.
    "Μορφώνω τον Γάτο. Μπας και πάρει καμιά φορά το απολυτήριο Λυκείου", απάντησε ο Αντώνης χαμογελώντας και εγκατέλειψε το γραφείο αφήνοντας τον διευθυντή να ξύνει το κεφάλι του.
         
    Το καΐκι δεν έπιανε πάνω από 8 μίλια την ώρα. Κι αυτά με ιδανικές συνθήκες. Σήμερα που είχε θαλασσίτσα δεν θα πρέπει να ξεπερνούσε τα 6 μίλια. Σκέτο καφεκούτι. Όχι πως βιαζόταν κανείς βέβαια. Θα πιάνανε το νησάκι της Γριάς σε καμιά ώρα.
    Ο Αντώνης είχε ξαπλώσει και λαγοκοιμόταν σε ένα πάγκο στην πλώρη. Πιο κει, πάνω σε κάτι κουλουριασμένα σχοινιά προσπαθούσε να βολέψει το θηριώδες σώμα του ο Γάτος.
    "Να σε ρωτήσω κάτι ρε Φιλέ;"
    "Παλεύω να κοιμηθώ λιγάκι. Κάνε κι εσύ το ίδιο".
    "Κουνάει ρε Φιλέ. Ανακατεύομαι".
    "Μην ξεράσεις πάνω μου μονάχα".
    Ο Γάτος έμεινε για λίγο ήσυχος αλλά ο Αντώνης ήξερε πως αυτό το... λίγο ήταν πολύ λίγο.
    "Φιλέ, λες να την βρούμε;"
    "Ποια;"
    "Την κοπελιά της παραλίας"
    "Κοιμήσου".
    "Ήταν πολύ όμορφη. Και μπορεί να έχουν έρθει και φίλες της σήμερα. Θα κάνουμε παρέα"
    "Καλά, άσε να τελειώσουμε το γόπινγκ και θα δούμε".
    "Φιλέ, αν είναι τα κορίτσια εκεί, θα με πάρεις μαζί σου, ε;"
    "Ρε ένα τσιμπούρι που με βρήκε, εντάξει, θα σε πάρω μαζί μου".
    "Σ'ευχαριστώ Φιλέ. Είσαι εντάξει".
    Ο Αντώνης χαμογέλασε. Κι εκείνος, κάπου μέσα του, ευχόταν να συναντήσουν κάποια κορίτσια στην ξεχασμένη παραλία της Γριάς. Αν και ήταν πολύ σπάνιο. Πότε πότε ερχόταν κανένα ταχύπλοο και άραζε για λίγο αλλά τα τελευταία χρόνια δεν γινόταν ούτε κι αυτό.
    Το μυαλό του σχημάτισε πάλι την εικόνα της κοπέλας με το λευκό μαγιό και τα καστανά μαλλιά. Χαλάρωσε, είπε στον εαυτό του και προσπάθησε να χαλαρώσει. Μάταια όμως, ο Γάτος είχε δίκιο, κούναγε πολύ.

    Προχωρημένο μεσημέρι. Ήταν στην παραλία, ο Αντώνης, ο Γάτος, ο Σουγιάς και ο Τσάφας. Ο Αντώνης είχε βγάλει το πουκάμισό του και το παντελόνι του και λιαζόταν. Ο Γάτος με τους άλλους δυο έφτιαχναν κάτι σαν που με πολύ φιλότιμο θα μπορούσες να το αποκαλέσεις πύργο.
    Κάποια στιγμή ακούστηκε ήχος από εξωλέμβια μηχανή. Ερχόταν προς το μέρος τους κάποιο κρις κραφτ. Ο Γάτος παράτησε την κατασκευή του πύργου και έτρεξε δίπλα στον Αντώνη.
    "Να'τες! Να'τες, σήκω Φιλέ!", είπε με ενθουσιασμό δείχνοντας προς το μικρό σκάφος που ερχόταν με ταχύτητα.
    "Μην δείχνεις και ηρέμησε, μην φωνάζεις. Ύστερα σηκώθηκε, ανακάθισε και στύλωσε το βλέμμα του στο μικρό σκαφάκι.
    "Δεν έρχονται εδώ", ανακοίνωσε σε λίγο.
    "Που πάνε Φιλέ;", ρώτησε ο Γάτος με αγωνία.
    "Ε, πιο κάτω πάνε. Δεν θέλουν κόσμο. Ερημιά θέλουν".
    "Είναι και η δικιά μας μέσα Φιλέ;"
    "Δεν μπόρεσα να δω. Πάντως είναι τρία άτομα".
    Ο Γάτος σηκώθηκε όρθιος και κάλυψε τον ήλιο από τον φίλο του.
    "Μην διανοηθείς να πάς προς τα εκεί. Έχουμε διαταγές, μην τις ξεχνάς."
    Ο Γάτος υπάκουσε αμέσως και ξανακάθισε δίπλα στον Αντώνη.
    "Εμείς την πέφτουμε για καμιά βουτιά. Πότε φεύγουμε Νανού;", ρώτησε ο Σουγιάς.
    "Σε λιγάκι παιδιά. Κάντε την βουτιά σας με την ησυχία σας".
    Οι δυο άντρες έπεσαν στο νερό.
    "Δεν πας κι εσύ να δροσιστείς λιγάκι;", είπε ο Αντώνης στον Γάτο.
    "Καλά, να πάω", είπε εκείνος και έτρεξε στο νερό.
    Ο Αντώνης τον παρακολουθούσε να τρέχει με αυτό το άγαρμπο, ασουλούπωτο στυλ του και χαμογέλασε. Μετά αποφάσισε να χαλαρώσει λιγάκι μέχρι να ακούσουν το σφύριγμα του αρχιφύλακα.
   
    Στην αρχή νόμιζε πως ήταν ο Γάτος και απώθησε με το χέρι του το πόδι που είχε ακουμπήσει στο στέρνο του. Όμως σε ελάχιστα δευτερόλεπτα το πόδι ξαναγύρισε και με μια παιγνιδιάρικη διάθεση ακούμπησε πάλι πάνω στην κοιλιά του αυτή τη φορά. Αποκλείεται να ήταν ο Γάτος. Εκείνος δεν θα επέμενε. Και βέβαια ο Γάτος δεν είχε τόσο… ναζιάρικες διαθέσεις.
    Ο Αντώνης κατέβασε το χέρι από το πρόσωπό του έτοιμος να ξεστομίσει κάποια ‘Γαλλικά’ αλλά αυτό που αντίκρισε του πήρε τη μιλιά. Όρθια από πάνω του στεκόταν, τον κοιτούσε και χαμογελούσε εκείνη! Η κοπέλα της παραλίας! Το δικό της πόδι είχε απωθήσει λίγο πριν και το είχε ξαναφέρει στο γυμνό του σώμα. Η εικόνα ήταν σχεδόν μαγική, σαν ψεύτικη. Έτσι όπως την κοιτούσε από χαμηλά, είχε την μοναδική ευκαιρία να επιθεωρήσει και να θαυμάσει το όμορφο αυτό κορίτσι σε όλη του την μεγαλοπρέπεια. Το χαμόγελό της όμως, αυτό ήταν που τον είχε αιχμαλωτίσει, το αλήτικο βλέμμα της και...
    "Ποιος είσαι εσύ;", άκουσε την μελωδική της φωνή να βγαίνει από τα χειλάκια της.
    "Αν σταματήσεις να με πατάς και με αφήσεις να σηκωθώ, θα σου πω", της απάντησε με εύθυμο ύφος.
    Η κοπέλα πήρε το όμορφο πόδι της από πάνω του και του επέτρεψε να σηκωθεί. Όταν βρέθηκε όρθιος δίπλα της, μπόρεσε να ολοκληρώσει την εικόνα της. Δεν θα πρέπει να ήταν πάνω από 20 ή 22 χρόνων. Δροσερή, γλυκιά και αθώα. Έτσι σχηματίστηκε η εικόνα της μέσα του και ευχαριστήθηκε που βρισκόταν δίπλα σε ένα τέτοιο κορίτσι ξανά, ύστερα από τόσα χρόνια.
    Ο Αντώνης θυμήθηκε τους συγκρατούμενους. Έψαξε με το βλέμμα του παντού. Δεν υπήρχε κανείς.
    "Τι ψάχνεις;", τον ρώτησε.
    "Εεε, τίποτα"
    "Μήπως την κοπελιά σου;"
    "Όχι, όχι, μόνος είμαι", της απάντησε και απόρησε. Μάλλον έφυγε το καΐκι και με παράτησαν εδώ. Σκατά!, σκέφτηκε και δεν μπορούσε να το χωνέψει. Καλά όλοι οι άλλοι, αλλά να τον παρατήσει και ο Γάτος;
    "Πάμε μια βόλτα;", άκουσε την μικρή να τον ρωτάει και δεν πρόλαβε να απαντήσει γιατί ήδη τον είχε τραβήξει να σηκωθεί, του είχε πιάσει το χέρι και περπατούσαν κιόλας σαν ερωτευμένο ζευγαράκι στην αμμουδιά.
    "Πως σε λένε;", τον ρώτησε.
    "Ναν... ε, Αντώνη θέλω να πω. Εσένα;"
    "Σταυρούλα. και τι κάνεις σ'αυτή την παραλία ολομόναχος;"
    "Εεε, εσύ; Εσύ τι κάνεις εδώ;"
    "Μα, αυτό το νησάκι, είναι δικό μου!", του απάντησε γελώντας και προς στιγμήν τον άφησε άναυδο.
    Λες να το πούλησε η κυβέρνηση;, σκέφτηκε αλλά απέρριψε αμέσως την ιδέα.
    "Ώστε είναι δικό σου ε; Και που μένεις;", την ρώτησε.
    "Πουθενά. Έρχονται, με αφήνουν να κάνω το μπάνιο μου και μετά γυρίζουν και με παίρνουν πάλι. Να, πιο κάτω είναι τα πράγματά μου", του απάντησε και ξαφνικά τον άφησε. Άρχισε να τρέχει και σε λίγο τον ανάγκασε να την ακολουθήσει.
    Ύστερα από λίγο έφτασαν κάτω από ένα ξύλινο υπόστεγο, στο τέλος της μεγάλης παραλίας. Αμέσως μετά άρχιζαν κάποια μεγάλα, κοφτερά βράχια. Το υπόστεγο φιλοξενούσε τα πάντα. Καρέκλες, τραπεζάκι, ξαπλώστρες και πετσέτες, μικρά ψυγειάκια γεμάτα με αναψυκτικά και μπίρες ενώ πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα μπολ με φρούτα.
    "Μήπως πεινάς;", τον ρώτησε και κάθισε στη μια από τις δυο θέσεις και άρχισε να τρώει με βουλιμία κάποιες ρώγες σταφύλι.
    "Πιο πολύ διψάω, να σου πω την αλήθεια", απάντησε ο Αντώνης και έσπευσε να βγάλει δυο μπίρες από το ψυγείο.
    "Εγώ δεν πίνω μπίρες. Μου αρέσει μονάχα το κρασί", του είπε και τον κοίταξε ολόισια στα μάτια. "Μ'αρέσουν τα μάτια σου. Το βλέμμα σου είναι περίεργο, κάπως καχύποπτο. Φαίνεται πως έχεις περάσει πολλά", του είπε.
    Ο Αντώνης κατέβασε σχεδόν μονορούφι την μια μπίρα -τι θεσπέσια γεύση είχε θεέ μου!- και άνοιξε αμέσως την δεύτερη. Στο άκουσμα της παρατήρησής της χαμογέλασε.
    "Που ξέρεις, μπορεί να είμαι κακό παιδί και να μ'έχουν φυλακή", της είπε.
    "Κι εμένα φυλακή με έχουν. Άρα θα κάνουν παρέα δυο κρατούμενοι", του απάντησε παιγνιδιάρικα. Ύστερα άφησε το τραπέζι και ξάπλωσε σε μια από τις ξαπλώστρες. Τον κοίταξε με νόημα.
    "Θα με βοηθήσεις να αλείψω το λάδι σε όλο μου το σώμα;", τον προσκάλεσε και τον έκανε να πνιγεί σχεδόν.
    "Ερ... έρχομαι", της απάντησε και κάθισε δίπλα της. Θαύμασε ακόμη μια φορά τις καμπύλες του κορμιού της και πήρε στο χέρι του το αντηλιακό.
    "Ξεκίνα από τα δάχτυλα των ποδιών και ανέβαινε. Σιγά σιγά όμως αν θέλεις", του απάντησε και χαλάρωσε για να απολαύσει τις περιποιήσεις του Αντώνη.
    Ήταν κάτι που ο Αντώνης δεν πίστευε ποτέ πως θα ζούσε, ύστερα από τόσα χρόνια μέσα στο πνιγηρό του κλουβί, παρέα μονάχα με κάτι ανθυγιεινούς τύπους όπως ο Ζαλούφας, ο Μωρές, ο Τσάφας, ο Σουγιάς, ο Καρυδάκιας και ο Γάτος. Που να το φανταστεί πως θα ερχόταν μια ευλογημένη μέρα, σε μια μυθική παραλία, μόνος και ελεύθερος από δεσμοφύλακες να βάζει λάδι στα καλλίγραμμα πόδια της ωραιότερης κοπέλας που είχε γνωρίσει ποτέ!
    "Και στο άλλο πόδι τώρα", τον 'διέταξε' η Σταυρούλα βγάζοντας τον από τις σκέψεις του.
    Πόσο θα κρατούσε αυτό; Κάποια στιγμή το καΐκι θα γυρνούσε και...
    Τα χέρια του ανέβαιναν και είχαν φτάσει τώρα σε... επικίνδυνες περιοχές. Χάιδευε τους μηρούς της και το λεπτό κορδονάκι από το μαγιό της.
    "Κατέβασέ το!", του είπε αφήνοντας ένα μικρό αναστεναγμό και τον καθήλωσε. Εδώ που κάθονταν είχε σκιά αλλά εκείνος είχε αρχίσει να ιδρώνει. Ο Αντώνης υπάκουσε στην ευχάριστη εντολή και το κατέβασε σιγά σιγά ώσπου το πέταξε από πάνω της. Θαύμασε για λίγο την ευαίσθητη περιοχή της και αισθάνθηκε τον ανδρισμό του να φουσκώνει επικίνδυνα.
    "Βγάλε και το πάνω!", του ζήτησε τώρα και δεν άργησε καθόλου να εκτελέσει κι αυτή την προσταγή.
    Η Σταυρούλα ήταν τώρα γυμνή, ολόγυμνη και... διαθέσιμη. Σηκώθηκε, ανακάθισε στην ξαπλώστρα και έφερε το πρόσωπό της δίπλα στο δικό του.
    "Με θέλεις, το ξέρω. Όσο σε θέλω κι εγώ του είπε και κόλλησε τα τριανταφυλλένια χείλη της στα δικά του".
    Ο Αντώνης είχε μεθύσει, είχε χαθεί σε ένα ταξίδι αλλόκοτο, μαγευτικό, υπέροχο.
    "Σε θέλω, ναι, ναι..."

    Ξύπνησε από τα βροντερά γέλια του Σουγιά και τα σφυρίγματα του Τσάφα.
    "Με θέλεις; Ουάου, παιδιά, ο Νανού εκδηλώθηκε!", φώναξε ο Τσάφας.
    "Φιλέ, έχεις... έχεις", ήταν ο Γάτος που του μιλούσε και έδειχνε το φούσκωμα στο μαγιό του που είχε πάρει απίστευτες διαστάσεις.
    "Ποιον θέλεις απ'όλους ρε Νανού;", άκουσε τον Σουγιά να φωνάζει και να σπρώχνει τον Τσάφα που είχε λυθεί στα γέλια.
    Ώστε ήταν όνειρο. Ένα όμορφο, καυτό και άκρως  ερεθιστικό όνειρο που είχε καταλήξει σε μια πελώρια στύση και το γιουχάρισμα των υπολοίπων. Ο Γάτος δεν γελούσε πάντως. Αντίθετα κοιτούσε τον ανδρισμό του φίλου του με δέος.
    Σε λίγο ακούστηκε από μακριά το σφύριγμα του αρχιφύλακα.
    "Φύγαμε!", έκανε ο Σουγιάς και όλοι σηκώθηκαν να βάλουν τα ρούχα τους.
    "Ε, Νανού, δεν πιστεύω να μας τον σφυρίξεις στο καΐκι και έχουμε φασαρίες", είπε ο Τσάφας και με χοντρά καλαμπούρια άρχισαν να κατευθύνονται προς την προβλήτα που ήταν αραγμένο το καΐκι.
    Ο Αντώνης είχε μια έκφραση μακαριότητας στο πρόσωπό του. Αυτό που είχε ζήσει, έστω και στο όνειρό του ήταν μοναδικό, όμορφο, λυτρωτικό.

    Το καΐκι είχε ανοιχτεί καμιά διακοσαριά μέτρα και απομακρυνόταν από το νησάκι της Γριάς. Ο Γάτος ήρθε προς το μέρος του Αντώνη με τα κιάλια του δεσμοφύλακα στα χέρια.
    "Πάρε, πάρε και κοίτα Φιλέ!", φώναξε και έδωσε τα κιάλια στον Αντώνη που είχε αράξει σε ένα πάγκο και σκεφτόταν την Σταυρούλα.
    "Άσε με ρε αδελφέ ήσυχο", είπε αλλά τελικά πήρε απρόθυμα τα κιάλια και τα έστρεψε εκεί που του έδειχνε ο φίλος του.
    Αυτό που είδε όταν εστίασαν οι φακοί στην παραλία τον έκανε να χάσει το χρώμα του.
    Ένα υπόστεγο.
    Ένα τραπεζάκι με μπολ γεμάτο φρούτα.
    Μια ξαπλώστρα και πάνω της, ένα κορίτσι. Γυμνό, ολόγυμνο!
    "Αυτή είναι, αυτή είναι!", φώναζε ο Γάτος και έδειχνε στην παραλία.
    Και λίγο πριν ο Αντώνης σοκαρισμένος κατεβάσει τα κιάλια, είδε την κοπέλα να σηκώνεται, να τον κοιτάζει στα μάτια και να τον χαιρετάει!
    Ήταν εκείνη!
    Και χρειάστηκε να σπεύσει ο αρχιφύλακας για να τον συνεφέρει από την κρίση λιποθυμίας.

* * *